Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάστρον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάστρον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Τὸ Κάστρο




Πανοραμική θέα του Κάστρου απο Ανατολας προς ΒορειοΔυτικά.

Βλέπουμε από το δεξί άκρο της φωτογραφίας προς τα αριστερά:
(κάνετε κλικ, για να μεγεθυνθη η φωτογραφία)

Τα Καστρονήσια (ειναι δύο, αλλά φαίνονται ενωμένα). Ξεκομένα από τον βράχο του Κάστρου. Ακατοίκητα. Στο ακριβώς απέναντι από το Μπαρμπεράκι 1ο καστρονήσι ένα κοίλωμα του βράχου το ωνόμαζαν "Αλτανού" και "Ηχώ", διότι έκανε αντίλαλο.

Το Μπαρμπεράκι με τη σημαία και το κανόνι της αναγκιάς.
Η Αγ.Μαρίνα.
Ο Ναός του Χριστού στο κοίλωμα και το Τζαμί, οπου πλάϊ του τα ερείπια του Τουρκ.Διοικητητρίου.
Τυπική κατοικία Σκιαθίτικης οικογένειας και από πίσω οι Ναοί Αγ.Νικολάου και Αγ.Βασιλείου.
Ακόμη πιό αριστερά, ξεθωριασμένα, φαίνεται ο πύργος της Εισόδου και το χάσμα του μονοπατιου, που ενωνε τη στεργιά με τον Βράχο. Στο ένθετο τετράγωνο, αυτή η Πύλη.
Μπροστά μας ο Τίμιος Πρόδρομος (μνήμη αποκεφαλισμου).
Δεξιότερα διακρίνεται κάπως η κατεβασιά, ο χείμαρος του Χαιρήμονα.

Τὸ Κάστρο




βλέποντας ἀπὸ τὰ Ἀνατολικά, ἀπὸ τὸ Λιμάνι πρὸς Δυτικά.


δεξιὰ τὸ Μπαρμπεράκι μὲ τὴ σημαία, ἀριστερὰ τὸ ἀπομεινάρι τοῦ Τζαμιού.

Τὸ Κάστρο - Ἀεροφωτογραφία




Τὸ Κάστρον τῆς Σκιάθου ἢ Παλαιοχώρι.

Οἱ Σκιαθίτες, τὸ 1200 μΧ περίπου ἐγκατέλειψαν τὴν ἀρχαία πόλι (ὅπου νῦν τὸ Λιμάνι τῆς Σκιάθου) καὶ ἔκτισαν ὀχυρὸ στὸ βορειότατον ἄκρον τοῦ Νησιοῦ, γιὰ νὰ προστατευθοῦν ἀπὸ τοὺς πειρατές, ποὺ λυμαίνονταν τὸ Αἰγαῖον πέλαγος.
Ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Σκιάθου εἶναι 3 ὧρες μὲ τὰ πόδια, 1,30’ ὥρα μὲ καραβάκι καὶ 30’ μὲ αὐτοκίνητο.
Ἦτο ἐκ φύσεως ὀχυρὸς καὶ ἀπόρθητος ὁ τόπος, ἐξαιρετικὰ ἀπόκρημνος ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς του. Κατεσκευάσθη μία –καὶ μόνον- πρόσβασις στὸν νότιον αὐχένα, τὸν πρὸς τὴν ξηράν, ὑψηλόν, πετρόκτιστον μονοπάτι, τὸ ὁποῖον ὅμως διεκόπτετο εἰς ἕνα κρίσιμον σημεῖον κι ἐδημιουργοῦσε χᾶσμα 10 περίπου μέτρων. Αὐτὸ τὸ χᾶσμα τὸ ὑπερέβαινον οἱ Σκιαθίτες μὲ ξυλίνην γέφυραν, ἡ ὁποία ἀπεσύρετο τὴν νύκτα ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπικίνδυνες περιστάσεις πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Κάστρου. Ὑπῆρχε δὲ ἐκτὸς τούτου καὶ περιτείχισμα μὲ ἐπάλξεις πρὸς τὴν πλευράν αὐτὴν καὶ πύλην τοῦ Κάστρου, μὲ τὴν ἀπαραίτητον «ζεματίστραν» ἄνωθεν αὐτῆς. Ἀρίστην περιγραφὴν τοῦ Κάστρου δίδει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ διήγημα «Ὁ φτωχὸς Ἅγιος».
Ἀπὸ τὴν ἱδρύσίν του τὸ Κάστρο αὐτό, μέχρι τὸ 1453 τὸ ἐξουσίαζαν οἱ Βυζαντινοί. Στὴ συνέχεια τὸ παρέλαβαν οἱ Ἑνετοὶ μέχρι τὸ 1538 (85 χρόνια), καὶ κατόπιν οἱ Τοῦρκοι μέχρι τὸ 1821 (283 χρόνια). Ἐγκατελείφθη τὸ 1829, καθὼς οἱ κάτοικοι ἐγύρισαν στὴν πόλιν τῆς Σκιάθου, στὸ Λιμάνι. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε σ᾿αὐτὴν τὴν πόλιν, ὅπου καὶ δεικνύεται τὸ σπίτι του, Μουσεῖον ἤδη.
Ἐπισκευάσθηκε τὸ Κάστρο στὰ 1619. Τὰ ἀρχοντόσπιτα τοῦ Κάστρου ἦταν ἀνάμεσα στοὺς Ναοὺς· Χριστὸς (Γεννήσεως), Παναγία Πρέκλα καὶ Ἅγιος Νικόλαος. (πρβλ. ἀναφορὰν στὸ διήγημα «τὰ μαῦρα κούτσουρα»). Ἐκεῖ, στὴν Ἀρχοντογειτονιά, ὑπῆρχαν καὶ οἱ ἀπαραίτητες δεξαμενὲς γιὰ νερό.
Τὸ Νεκροταφεῖον εὑρίσκετο ἐκτὸς τοῦ φρουρίου, κοντὰ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου (ἀφιερωμένο στὴν Ἀποτομήν, 29 Αὐγούστου).
Ὀνομαστὸς Ἑνετὸς διοικητὴς Βιτσάντζο Μπάφο, πολὺ σκληρός.
Τὸ 1518 οἱ κάτοικοι ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του μὲ ἀρχηγὸν τὸν γέροντα ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο τοῦ νησιοῦ.
Τὸ 1538, ποὺ ἐπολιουρκοῦσε τὸ Κάστρον ὁ Μπαρμπαρόσα μὲ 80 τοὐλάχιστον πλοῖα, κάποιοι Σκιαθίτες σκότωσαν τὸν Ἑνετὸν διοικητὴν Ἱερώνυμον Μέμο καὶ παρέδωσαν τὸ κάστρο στοὺς Τούρκους, ἐλπίζοντας νὰ καλυτερεύσῃ ἡ τύχη τους. Ἔπεσαν ὅμως ἔξω, γιατὶ ὁ Μπαρμπαρόσα τοὺς ἀπεκεφάλισε καὶ πῆρε παρα-πολλοὺς αἰχμαλώτους. Ἀργότερα πάλι, τὸ 1655, οἱ Ἑνετοὶ λεηλάτησαν τὸ νησὶ καὶ τὸ 1660 τὸ κατέλαβαν (προσωρινῶς) μὲ τὸν Φραγκίσκον Μοροζίνη καὶ ἔδειξαν στοὺς Σκιαθίτες μεγάλην σκληρότητα.
Τὸ 1771 συνέβη μία παράδοξος κατάληψις καὶ λεηλασία τοῦ Κάστρου ἀπὸ τὸν λήσταρχον Γιώργην Τζόγκανον, ὁ ὁποῖος μὲ 60 συντρόφους του ἀνέβηκε –ἀπίστευτον- ἀπό τὴν βορεινὴν πλευρὰν τοῦ βράχου, τὴν ἄκρως κρημνώδη, καὶ κυρίευσε τὸ Κάστρο καὶ τὸ λεηλάτησε. Τότε κατεστράφη καὶ τὸ Ἀρχεῖον τῆς Καγκελαρίας τοῦ νησιοῦ καὶ χάθηκαν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας του.
Στὰ χρόνια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως πολλὲς καταπιέσεις καὶ ζημίες δοκίμασαν οἱ Καστρινοὶ ἀπὸ τοὺς Λιάπηδες. Τελικὰ 14 Ἰουλίου τὸ 1826, ὁ τσάμης Καρατάσος μὲ τοὺς Λιάπηδες κυρίευσαν τὸ ὀχυρό καὶ τὸ λεηλάτησαν.
Ὁ Χριστὸς –ἡ Γέννηση– ἦταν ἡ Μητρόπολη. Τρεῖς Ἐνορίες ὑπῆρχαν: τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Οἱ Ναοὶ αὐτοὶ διατηροῦνται σήμερα, καθὼς καὶ ἕνας ἀκόμη πλησίον τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ Κάστρο ἦταν γεμᾶτο μὲ διάσπαρτους Ναΐσκους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφθαναν τοὺς 30.
Τζαμὶ (χωρὶς μιναρὲ) ὑπῆρχε καὶ δεικνύεται, καὶ πλάϊ του τὸ τουρκικὸ διοικητήριο (ἐρειπωμένον τώρα). Μέσα στὸ Κάστρο ὑπῆρχε πάντα ἕνας Τοῦρκος, ποὺ ἐπώπτευε καὶ μάζευε τοὺς φόρους. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Τζαμὶ ἔχει ἀναπαλαιωθῆ μιὰ τυπικὴ οἰκία καστρινῆς οἰκογενείας, ἰσόγεια, λιτή, φτωχική. Υπολογίζονται ὄχι παραπάνω ἀπό 300 τέτοια σπίτια στὸν χῶρο τοῦ Κάστρου γιὰ τοὺς ὄχι πάνω ἀπὸ 1000 (ἢ βίᾳ 1200) κατοίκους του.
Παρὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Κάστρου ὑπῆρχε πλάτωμα, ὀνομαζόμενον «Κιόσκι», ὅπου ἐσύχναζαν οἱ προεστοὶ καὶ συνωμιλοῦσαν ἐπὶ τῆς ἐπικαιρότητος. (βλ.διήγημα «τὰ μαῦρα κούτσουρα»).
Στὸ ἄκρον τοῦ βράχου, ποὺ εἶναι τὸ βορειότερον καὶ τὸ ὑψηλότερον σημεῖον, ὑπῆρχε (καὶ σώζεται) κανόνι, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο, «τὸ κανόνι τῆς ἀναγκιᾶς» (τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης). Περισσότερον συμβολικὸν καὶ γιὰ νὰ εἰδοποιῆ, παρὰ γιὰ νὰ ἐπιφέρη ἀποτέλεσμα ἀμύνης καὶ προστασίας στὸ Κάστρον. Τὸ ὑψηλότερον αὐτὸ σημεῖον, ὅπου σήμερα κυματίζει πλήρης χάριτος καὶ παρρησίας ἡ ἑλληνικὴ σημαῖα, ὠνομάζετο «Μπαρμπεράκι», καὶ τὸ κτυποῦν μὲ ἰδιαιτέραν ἰσχὺν ὅλοι οἱ ἀνέμοι!..
Παναγία ἡ Κατευοδώτρα, ἦταν Ναὸς πάνω σὲ βράχο ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὸ λιμάνι, Ἀνατολικὰ τοῦ Κάστρου, καὶ ὠνομάζετο ἔτσι, διότι κατευώδωνε τοὺς ἄνδρες ποὺ ξεκινοῦσαν γιὰ ταξίδι. Μετὰ τὸν προσωπικὸν ἀποχαιρετισμόν, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ καὶ οἱ συγγενεῖς τῶν ναυτικῶν ἀνέβαιναν σ᾿αὐτὸν τὸν Ναόν, ὁ ὁποῖος εἶχε πανοραμικὴ θέα πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ κατευώδωναν τοὺς ἀναχωροῦντας, κουνοῦσαν τὰ μαντήλια, ἔψαλλαν Παρακλήσεις.. Σήμερα φαίνεται τὸ ἐρείπιον τοῦ Ναοῦ, σὲ ράχην ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν θάλασσαν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει κατολισθήσει περίπου 200 μέτρα χαμηλότερα ἀπὸ τὴν πρώτην του θέσιν, καὶ ἔχει πάρει κλίσιν πρὸς κατάρρευσιν. Παναγία Κατευοδώτρα ἔκτισαν οἱ νεώτεροι Σκιαθίτες στὸ ἀεροδρόμιο, στὸ τέρμα τοῦ ἀεροδιαδρόμου, γιὰ νὰ κατευοδώνη αὐτούς, ποὺ μὲ νέα μέσα πλέον ἔρχονται καὶ φεύγουν στὸ Κολλυβάδικο Νησί.

Τὰ μαῦρα κούτσουρα

Μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ:
http://papadiamandes.files.wordpress.com/2010/07/maura_koutsoura.pdf

στο διήγημα αυτό ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με τον ανεπανάληπτο τρόπο του την δραματική ιστορία ενός προπάππου του, του Αλυπίου Δημητριάδη, ο οποίος διετέλεσε Ηγούμενος της Μονής Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο, από το 1822-1829.

Παραθέτω και ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία της οικογενείας Δημητριάδη-Επιφανιάδη:
Αλύπιος Δημητριάδης Ιερομόναχος. +1829
Πρεσβύτερος υιός του προεστού της Σκιάθου Δημητράκη Οικονόμου και της συζύγου του, Σάρας (όχι Αρετής)
4ος Ηγούμενος της Μονής Ευαγγελιστρίας Σκιάθου κατά τα έτη 1822-1829. Διακρίθηκε για την αρετή και την ασκητική του διαγωγή καθώς και για τη μεγάλη εργατικότητά του. Επίσης, υπήρξε φίλος του στρατηγού καρατάσου και εβοήθησε πολύ στους αγώνες τις Εθνικής Παλιγγενεσίας. Εκοιμήθη το 1829.

Επιφανιάδης Διονύσιος Ιερομόναχος. 1802-1887 Ο Γέροντας ή Λογιώτατος.
Υιός του Διδασκάλου του Γένους Επιφανίου Δημητριάδη (+1825), ο οποίος και αυτός επωνομάζετο Λογιώτατος. Τέκνα του Επιφανίου και της Ουρανίτσας του Θωμά Κουμπή ήταν: Θωμάς, Δημήτριος-Διονύσιος, Σάρα, Αρετή, Ουρανία (επωνομαζόμενες κατ’ακολουθίαν «Λεωτατίνες»).
Η Αρετή-Αρετίτσα είναι η γιαγιά των διηγηματογράφων Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη και Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου.
Ο Διονύσιος Επιφανιάδης εγεννήθη εις Σκιάθον το Πάσχα του 1802 και ωνομάζετο κατά κόσμον Δημήτριος. Εξεπαιδεύθη κοντά στον εν Πάρῳ γέροντα Κυριλλάκη τον Κολλυβά και εγένετο μικρόσχημος μοναχός μετονομασθείς εις Δανιήλ.
Εδίδαξε την ελληνικήν φιλολογίαν εις Σκιάθον και Πάρον.
Απεσύρθη (1833) εις την Μονήν Αγ.Παντελεήμονος του Αγ. Όρους όπου εγένετο μεγαλόσχημος μοναχός, μετονομασθείς εις Διονύσιον και εχειροτονήθη ιερεύς. Εκλήθη εις Κωνσταντινούπολιν, ως σύμβουλος των πατριαρχών Γρηγορίου ΣΤ' (1835-1840) και Ανθίμου Δ' (1840-1841, 1848-1852). Επέστρεψεν εις Σκίαθον (1849) και ίδρυσε Μονήν, αλλά συλλαμβάνεται (1852) ως δήθεν συνεργάτης του Παπουλάκου και εξορίζεται. Ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης [ή μάλλον ο υιός του Ανρέα, ο Αθανάσιος] τον έγκαθιστα εις Υδραν (1862), όπου εκλέγεται Ηγούμενος της Μονής Προφήτου Ηλιού.
Ο καθηγητής και επίσκοπος Σύρου Αλέξανδρος Λυκούργος δια νυκτός τον μεταφέρει εις Σύρον σύμβουλόν του και πνευματικόν (1868-1882).
Τέλος εγκαθίσταται εις Σκίαθον και παραμένει μέχρι του θανάτου του (1882-1887). Εκεί ίδρυσε τις Μονές Παναγία η Κουνίστρα (ανδρών) και Τιμ. Προδρόμου (γυναικών). Ακολουθώντας τις αντιλήψεις των Κολλυβάδων, υπήρξε τύπος αυστηρού, ευσεβούς, δραστήριου και λόγιου μοναχού, συνέβαλε στήν πνευματική αναγέννηση των νήσων του Αιγαίου, ενίσχυσε δε πνευματικώς τους διηγηματογράφους Αλέξανδρον Μωραϊτίδην και Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην. Γενικώς, ενηρμόνισε την γραμματικήν μόρφωσιν προς την Ορθόδοξον ευσέβειαν και Παράδοσιν, έκρινε δε με αυστηρότητα την δημοσίαν ζωήν της Νεωτέρας Ελλάδος.
βλ. Θρησκ. και Ηθ. Εγκυκλοπαίδεια. 5, 800

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010




Χάρτης της Περιοχης του Κάστρου


κάνετε κλικ στην Εικόνα για να την δείτε μεγαλύτερη




Το Κάστρο.

Φαίνεται αριστερά η Πύλη, δεξιότερα μια τυπική οικία αναστηλωμένη, το τζαμί (χωρίς μιναρέ) και το Μπαρμπεράκι (το υψηλότερο σημειο) με την ελλην.σημαία. Ο Ναός της Γεννήσεως του Χριστου μόλις διακρίνεται πίσω από το Τζαμί σε κοίλωμα του εδάφους. Διακρίνεται καθαρά ο Ναός της Αγ.Μαρίνας. Όλος ο υπόλοιπος χωρος ηταν κατειληλμένος από τις οικίες των Σκιαθιτων.
Μπορείτε να κάνετε κλικ πάνω στην εικόνα, για να την δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος, καθαρότερα

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ἐπιμηθεὶς εἰς τὸν βράχον

Μπορεῖτε νὰ κατεβάσετε τὸ κείμενον τοῦ Διηγήματος σὲ ἔγγραφον pdf ἀπὸ τὸν παρακάτω Σύνδεσμον:

http://papadiamandes.files.wordpress.com/2010/07/epimytheis.pdf

Τὸ Διήγημα ἀναφέρεται σὲ ἐκδρομὴν καὶ Θ.Λειτουργίαν κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Ἀναλήψεως, στὸν Ναὸν τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρον τῆς Σκιάθου.

Τελικῶς ὁ πυρὴν τῆς διηγήσεως εἶναι τὸ θέμα κατὰ πόσον ἦτο ὠφέλιμον καὶ πρέπον νὰ ἐπιδοθῇ ὁ Παπαδιαμάντης, μὲ τὸ τόσον πλούσιον ψυχικὸν περιεχόμενον καὶ τὴν μόρφωσίν του, νὰ ἐπιδοθῇ εἰς συστηματικὸν κήρυγμα.

Ὡς γνωστὸν ὁ Παπαδιαμάντης ἐπιμελῶς ἀπέφευγε τοιούτου εἴδους δρᾶσιν, παρ᾿ ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν του ὑπῆρχεν ἰσχυρὸν ῥεῦμα πρὸς τοῦτο.

Τὸ "ἐπιμηθεῖς" ἴσως σημαίνει ὅτι ὁ φίλος του, ποὺ ἐπέμενε νὰ τὸν συμβουλεύῃ περὶ τοῦ πρακτέου, ἤτοι περὶ τοῦ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ κήρυγμα, "ἐσκέφθη ἐξ ὑστέρου ὡριμότερον" καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ματαιότητα τοῦ πρῴην λογισμοῦ του.