Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απομιμήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απομιμήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Θεοφάνεια 2021

 Ένας καλότατος φίλος, Σκιαθίτης την καταγωγήν, Γιάννης Γ. τούνομα, περιγράφει με Παπαδιαμάντικον ύφος ένα σημερινό περιστατικό (6/1/2021), που έλαβε χώραν στον Ναόν Αγ.Βασιλείου οδού Μετσόβου στην Αθήνα.

Είναι Θεοφάνεια πονεμένα, καθώς η ψυχρή και αναίσθητη περί τα θεία Κυβέρνηση, για λόγους δήθεν προστασίας της Δημοσίας Υγείας, απαγόρευσε ρητώς και καθέτως κάθε συμμετοχή των πιστών στις Ιερές Ακολουθίες της μεγάλης αυτής Εορτής, απαγορεύοντας ακόμη και την ευλογία των υδάτων!.

Ενθουσιάσθηκα με την έμπνευσή του, και δεν συγκρατήθηκα από του να επέμβω στο κείμενο και να το αναμεταδώσω (και λίγο μάλιστα  ..επεξεργασμένο. -τον ενημέρωσα Ιντερνετικώς, λαμβάνων εκ προοιμίου την άδειάν του)...

Φῶτα αἰχμαλωσίας, λαοῦ πάσχοντος,

πλὴν θείας ἀντιλήψεως μὴ ἀποστερηθέντος.

Ἀπολείτουργα, καὶ ἐνόσῳ ὁ ἱεροπρεπὴς ὡς βυζαντινὸς τελετουργὸς παπαΔωρόθεος ἐτελείωνε νὰ μοιράζῃ τὸ ἀντίδωρον εἰς τοὺς εὐθαρσεῖς πιστούς, οἵτινες εἶχον ἀγνοήσει ἐν μαρτυρικῷ φρονήματι τὰς ἀπειλὰς τῶν παράνομων δυναστῶν -κρίμασι τίς οἶδε Κυρίου διαχειριζομένων αὐταρχικῶς τὴν κυβέρνησιν τοῦ δυστήνου τούτου τόπου- διακηρυξάντων προπετῶς καὶ βλασφήμως ὡς ἀπηγορευμένα τὰ προσφιλέστατα τῷ λαῷ Φῶτα, διέκρινεν εἰς τὸ κατώφλιον τοῦ Ναοῦ δύο νεανίας εὐσταλεῖς, ἐν πλήρει ἐξαρτήσει τῆς στολῆς αὐτῶν, οἵτινες ἐπλησίαζον πρὸς αὐτόν.

Ἦσαν «Ματατζῆδες», κατὰ τὸ λεγόμενον, τῇ ὄψει ὄντως φοβεροειδεῖς.


Ἔφερον εὐμεγέθη μελανὸν θώρακα εἰς τὸ στῆθος, ὀνομαζόμενον «ἀλεξίσφαιρον», ἔφερον ἄρβυλα βαρέα καὶ περικνημίδας μετὰ ἐπιγονατίδων προστατευτικῶν (διὰ πᾶσαν περίστασιν ἐπιτήδεια), ἦσαν δὲ

περιεζωσμένοι μὲ ζώνην φέρουσαν περίστροφον ἀπειλητικόν, χειροπέδας δ᾿ ἐπίσης καὶ ράβδον ξυλοδαρμοῦ, τὴν ἐπιλεγομένην φραγκιστὶ «γκλόμπ», εἰς δὲ τὸν ἀριστερὸν βραχίονα εἶχον περασμένην λευκὴν κάσκαν, ἐξάρτημα καὶ τοῦτο τῆς στολῆς των, ἀλλὰ καὶ ἔνδειγμα ἀπειλητικὸν τῆς ἐξουσίας των. Ἐπὶ πλέον, εἰς τὰ νῶτα αὐτῶν ἀνέγνωσαν κάποιοι παρόντες πιστοὶ μὲ μεγάλα λευκὰ εὐκρινέστατα γράμματα τὸ ἀρκτικόλεξον ΟΠΚΕ. «Ὁμάς πρόληψης καὶ καταστολῆς τῆς ἐγκληματικότητος», ἑρμήνευσε ψιθυρίζων μετὰ φόβου παρατυγχάνων τις, εἰδήμων τῶν ἐξελίξεων καὶ προόδων ὀργανώσεως τοῦ Ἀστυνομικοῦ Σώματος. Ὁμάς, ἡ ἄλλως ἐπιλεγομένη «ἀντιτρομοκρατική», συνεπλήρωσε, κινῶν  μελαγχολικῶς ἢ μᾶλλον ἀπηυδησμένως τὴν κεφαλήν.

Κατὰ τὸ ὑψηλόν, λοιπόν, τῆς ἀπηνοῦς Διοικήσεως πρόσταγμα, ἦτο ἐμφανὲς ὅτι ἐπεκρέματο πρόστιμον ἱκανὸν διὰ τοὺς τολμητίας, μάλιστα δὲ πενταπλάσιον διὰ τὸν σεβάσμιον ἱερέα. Χίλια καὶ πεντακόσια ἄσπρα, ἅτινα μᾶλλον «μαῦρα» ἔδει νὰ ὀνομασθῶσι... Τὶς οἶδε δ᾿ ὡσαύτως ἐὰν αἱ χειροπέδαι ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἀναλγήτως ἐπὶ τῶν μόλις τὰ οὐράνια καὶ φρικτὰ Δῶρα προσψαυσάντων ἱερατικῶν χειρῶν..

Ὁ εὐλαβὴς λειτουργός, καίτοι νομοταγέστατος κατὰ πᾶσαν τὴν βιοτὴν καὶ πολιτείαν αὑτοῦ, ὑπείκων ὅμως ἐν προκειμένῳ τῷ Θείῳ κελεύσματι μᾶλλον ἢ τῷ τῶν ἀνθρώπων, εἶχεν ἀνοίξει διάπλατα τὰς θύρας τοῦ Ναοῦ τὴν μεγάλην ταύτην ἑόρτιον ἡμέραν καὶ εἶχεν ἱερουργήσει μετὰ ἐκκλησιάσματος οὐ καταφρονητέου, εἰς πεῖσμα τοῦ ἀσεβοῦς καίσαρος, παραβαίνων ἐν ὡρίμῳ βουλήσει καὶ συνειδήσει τὸ ἀντίθεον δόγμα, εἶχεν ἱερουργήσει -λέγω- ἐν κατανύξει καὶ πανηγυρισμῷ, τελέσας συναπτῶς τῇ Λειτουργίᾳ καὶ τὸν Μέγαν Ἁγιασμόν, αἰσίᾳ καὶ γεγονυΐᾳ τῇ φωνῇ ἀπαγγέλλων μετ᾿ ἐξαιρέτου ἀγαλλιάσεως τὰς θεσπεσίους καὶ ὄντως θεοπνεύστους ἐκείνας Εὐχὰς τοῦ Σωφρονίου Μυσταγωγοῦ τῶν Ἱεροσολύμων.

Ἔστρεψεν, ὅθεν, τὸ βλέμμα ἐν ἀκαρεὶ πρὸς τὸ εἰκόνισμα τοῦ

τοῦ Προστάτου τοῦ Ναοῦ, Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἀντιμετωπίσαντος θαρσαλέως παράφρονας Ἰουλιανοὺς καὶ Οὐάλεντας καὶ Μοδέστους, καὶ εὐχηθεὶς ἐνδομύχως τὴν συναντίληψιν τούτου ἐν τῇ κρισίμῳ ταύτῃ στιγμῇ, καὶ λαβὼν θᾶρσος ἐν τῇ καρδίᾳ, ἀπεκρίθη ἡσύχως πρὸς τοὺς πλησιάσαντας ἤδη ἐκπροσώπους τῆς ἀπηνοῦς ἐξουσίας, μετὰ πλαστῆς φυσικότητος, μόλις συγκρατῶν τὴν ὀργήν, οὐ μὴν ἀλλ᾿ ὅμως καὶ ποιάν τινα ἀγωνίαν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ πρᾳέως:

- Θέλετε κάτι, ἀγαπητοί μου;

Οἱ εὐσταλεῖς νέοι τότε, ὡς ἄλλαι παρθένοι νεάνιδες, ἐν συστολῇ καὶ αἰδημοσύνῃ,  οἷον ἂν τὸ πρῶτον εἰσήρχοντο εἰς νυφικὴν παστάδα, ἐμορμύρισαν ταπεινῶς:

- Μποροῦμε, νὰ κοινωνήσουμε, πάτερ; ..

Ὤ, ποῖος ἀγερμός ἐν μέσῃ Ἐκκλησίᾳ!

Ὤ, ποία ἐξαφνικὴ βιαία πνοὴ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ὁσίου λειτουργοῦ!

Ἅπαντες οἱ τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ «παρανόμως» ἑορτάσαντες πιστοὶ τὴν ἱερὰν Ἐπιφάνειαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, οἱ παρατυχόντες καὶ ἐναγωνίως παρακολουθοῦντες τὰ γινόμενα, ἤρχισαν ἀλαλάζοντες νὰ ἐπιβραβεύουν τοὺς εὐλαβεῖς νεανίας:

- Μπράβο, λεβέντες! ἄξιοι! νὰ ζήσετε παιδιά! Χρόνια πολλά, πεφωτισμένα, ἡγιασμένα! Καὶ τοῦ χρόνου!..

 

 


και συμπληρώνει κάποιος αναγνώστης εις το κοινώς λεγόμενον «ΦατσοΒιβλίον»:  

Νικόλαος Κατσηδήμας

Ποῦ σου Χαρδαλιᾶ τὸ κράτος;

Ποῦ σου Γεραπετρῖτα τὸ μένος;

Ποῦ σου Χρυσοχοΐδη τῶν πραιτόρων τὰ στίφη;

Ἐφάνη Χριστὸς καὶ δαίμονες πίπτουσι!

Ἐφάνη Χριστὸς καὶ Ματατζῆδες μεταλαμβάνουσι!

Ἐφάνη Χριστὸς καὶ λαὸς ἁγιάζεται!

Ἐφάνη Χριστὸς καὶ ἡ Κτίσις καθαίρεται,

Ἐφάνη Χριστὸς καὶ ἡ Πατρίς συσπειρώνεται,

Ἐφάνη Χριστὸς καὶ πιστοὶ σθενοῦνται καὶ παῤῥησιάζονται..

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Όνειρον αμίσθου Ιεροψάλτου..

 Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἀμίσθου Ἱεροψάλτου

Ὁ συγγραφεύς του κειμένου, κ.Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος εἶναι φιλόλογος, διαμένων εἰς Χαλκίδα, ἐμβριθὴς μελετητὴς τοῦ Παπαδιαμάντη, ὑπεύθυνος γιὰ τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» αὐτοῦ.

Παρουσιάζει τὸν γέροντα τῆς Σκιάθου, ὄντα σοβαρῶς ἀσθενῆ καὶ κλινήρη στὴν πατρικήν του οἰκίαν, νὰ μεριμνᾷ διὰ τὸ Διήγημα τῶν Φώτων, ποὺ τοῦ παρήγγειλεν ὁ Γαβριηλίδης, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἦτο καὶ τὸ τελευταίον, μεταξύ πραγματικότητος καὶ ὀνειροφαντασίας, λίγο προτοῦ ἀποδημήσει, τὰ μεσάνυκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου τοῦ 1911.

Τὸ διήγημα προέρχεται ἀπὸ ἔμπνευσιν καὶ τὴν γραφίδα τοῦ Ν.Τριανταφυλλόπουλου, ὁ ὁποῖος ἀπομιμεῖται ἄριστα τὸ ὕφος τοῦ Παπαδιαμάντη!.

********

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱὸς τοῦ ἱερέως Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ, διηγηματογράφος καὶ ἱεροψάλτης, ὠνειρεύθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου 1911, εἰς τὴν Σκίαθον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔλαβε δὲ σημείωμα τοῦ Βλ. Γαβριηλίδου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἀκροπόλεως» τὸν ἐκάλει νὰ περάσῃ τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος. Μολονότι ἐνόησεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναθέσεως ἐργασίας καὶ μολονότι ἡ οἰκονομική του κατάστασις πᾶν ἄλλο ἢ ἀνθηρὰ ἦτο, ἐδυσφόρησεν ἐλαφρῶς, ἔκαμε βῶλον τὸ σημείωμα καὶ τὸ κατέπιεν, ἀλλ᾿ ἡ κατάποσις ὑπῆρξεν ὀδυνηρά πως καὶ ηὐχήθη τότε νὰ εἶχεν ὀλίγον γάλα.

Αἰφνιδίως ἐπαρουσιάσθη ὁ φίλος του Νιρβάνας, ὅστις τοῦ ἔτεινε ποτήριον γάλακτος λέγων: «Ἀλέξανδρε, τόσον καιρὸν ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν ἔπινες τακτικώτερα γάλα, θὰ ὠφελεῖσο πολύ, ἀλλ᾿ ἐσὺ μὲ πεῖσμα μοῦ ἀντιτάσσεις τὴν ἀπαράγραπτον τήρησιν τῆς νηστείας. Σήμερα ὅμως ἠμπορεῖς ἀνενόχως νὰ καταλύσῃς, καθ᾿ ὅτι διανύομεν τὸ Δωδεκαήμερο». Ὁ Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὸ ποτήριον, ἀλλ᾿ ὅταν τὸ ἔφερεν εἰς τὰ χείλη του διεπίστωσεν ὅτι περιεῖχε διάλυμα ἀσβέστου, ταυτοχρόνως δὲ εἶδεν ὅτι ὁ Νιρβάνας διελύετο ὡς καπνός! Τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί, παίγνια τοῦ Βεελζεβούλ!

Θὰ ἐπήγαινε, λοιπόν, εἰς συνάντησιν τοῦ Γαβριηλίδου, πλὴν ὅμως «κουμπωμένος».

********

Καθ᾿ ὁδὸν εὑρέθη ἀντίπρωρος πρὸς τὸν συμπατριώτην του Λαλεμῆτρον, ὅστις τὸν ἐχαιρέτισεν μὲ ἄκραν διαχυτικότητα καὶ μὲ ἴσην ἀφελότητα τὸν ἐκάλεσε νὰ καθίσωσιν εἰς παρακείμενον ζαχαροπλαστεῖον, ὀνομαστὸν διὰ τοὺς λουκουμᾶδες του. Ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν, εἰσῆλθον εἰς τὸ κατάστημα καὶ ὁ Λαλεμῆτρος παρήγγειλε δυὸ μερίδας. Ἦσαν λουκουμᾶδες ἐξαίρετοι καὶ τοὺς ἐτίμησαν δεόντως. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐποτίσθη μέχρις ὀνύχων ἀπὸ τὴν ἡδύτητά των, ὅλην ἄρωμα!

«Ἔχω ὅμως ἕνα παράπονο», ἀπήντησεν, ἀπροσδοκήτως ἀλλὰ καὶ μετὰ συστολῆς ἐκεῖνος.

Θορυβηθεὶς ὁ Παπαδιαμάντης τὸν ἠρώτησεν ἂν τυχὸν τοῦ ὀφείλει χρήματα καὶ τὸ ἐλησμόνησεν· ἂν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, νὰ μὴ ἀνησυχῇ, θὰ λάβῃ σήμερα καλὴν παραγγελίαν καὶ προκαταβολήν, θὰ τὸν ἐξοφλήσῃ ἀμέσως. Πάσχων νὰ τὸν πείσῃ ἠσθάνετο νὰ ἀναπέμπωνται ἐκ τοῦ στομάχου εἰς τὸ στόμα οἱ λουκουμάδες ὡς γεῦσιν χολῆς.

Ὁ ἄνθρωπος συνεστάλη ἔτι περισσότερον, ὅταν ὡς ὁ Παπαδιαμάντης ἐπῆρε τὸν ἀνασασμόν του, ἐμορμύρισεν ὅτι οὐδέποτε ἔτυχε νὰ ἔχουν χρηματικὰς δοσοληψίας, καὶ πῶς εἶχε σκεφθῆ αὐτὰ τὰ περὶ χρέους; Ἄλλης λογῆς ἦτον τὸ παράπονό του, ὅτι δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τοῦ Γιάννη τ᾿ Μοθωνιοῦ, ὅπου ἐγύρισεν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπανδρεύθηκε τὴ σαστικιά του, τὸ Μελαχρὼ τῆς Κουμπουρτζίνας, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος τὴν εἶχε βάλει στὸ χαρτί, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν του, ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἐβασανίσθη πέντε χρόνια στὴν Ἀλάσκα κ᾿ ἐτυφλώθη, καὶ ἐπέστρεψε στὴ Σκιάθο θαμματουργὰ θεραπευμένος, αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐλησμόνησεν.

Ἐξέφραζε τὸ παράπονον μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω νεύουσαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης μειδιῶν τοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι ὁ ἐξάδελφός του Ἀλέκος εἶχεν ἀφηγηθῆ εἰς ὑπερεβδομήκοντα σελίδας τὸν νόστον του, ἄρα ἀδίκως παρεπονεῖτο, κινδυνεύων οὕτω νὰ θεωρηθῇ ἀχάριστος.

Ὁ Λαλεμῆτρος ἠκροᾶτο ταπεινῶς, ἐντούτοις εὗρε τὸ θάρρος ν᾿ ἀπαντήσῃ:

«Ἔχεις δίκιο, κυρ-Ἀλέξανδρε, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν τὸ πῶ· ἐσὺ θὰ τὴν ἔγραφες νοστιμώτερα. Ὡστόσο, σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴν κάνῃς λόγο στὸν ἐξάδελφό σου γιὰ τὴν κουβέντα μας· γιατί νὰ τὸν πικράνω;».

Ὁ Παπαδιαμάντης ἠσθάνθη ὑποχωροῦσαν τὴν πικρότητα τῆς γεύσεώς του. «Ἰδοὺ ὅτι καὶ ὁ Λαλεμῆτρος ἔχει, καθὼς λέγουν, προτιμήσεις ὕφους!» εἶπεν ἐνδομύχως καὶ παρευθὺς ἄκανθα οἰήσεως ἀνεφύη ἐν τῇ καρδίᾳ του καὶ ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ κομπάσῃ «Ἀλέκο, σέ...», ἀλλὰ συνῆλθε πάραυτα καὶ ἀνελογίσθη τὸ ἀποστολικὸν· «Τί ἔχεις, ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;». Ἔτεινε τὴν χεῖρα του πρὸς τὸν Λαλεμῆτρον.

«Ὡραῖοι οἱ λουκουμᾶδες! Θὰ εἰπῶ εἰς τὸν Μωραϊτίδην ὅτι ἐκεῖνον ἤθελες νὰ κεράσῃς, ἀλλὰ δὲν τὸν εὗρες καὶ ἐπωφελήθην ἐγώ...».

********

Ἀπεχωρίσθησαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐτάχυνε τὸ βῆμα. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὁ Γαβριηλίδης τὸν ὑπεδέχθη μὲ πλαστὴν ἀγανάκτησιν:

—Ἀλέξανδρε, εἶπεν, ἐχάθηκαν τὰ μόνιππα; Ἂς ἔπαιρνες ἕνα, ἀδελφέ, κι ἂς τὸ ἐχρέωνες εἰς ἐμέ! Βουλιάζουμε, Ἀλέξανδρε!

Τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἶχε κατακλυσθῆ ἀπὸ χείμαρρον ἐπιστολῶν ἐξ ὅλης της Ἑλλάδος καὶ τῶν ὁμογενῶν τῆς ἀλλοδαπῆς. Διεμαρτύροντο οἱ ἀναγνῶσται διὰ τὴν ἀπουσίαν ἑορτίου διηγήματός του εἰς τὸ χριστουγεννιάτικον καὶ πρωτοχρονιάτικον φύλλον καὶ διεμήνυον ὅτι ἂν καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν Θεοφανείων στερῆται παπαδιαμαντικοῦ ἀφηγήματος, δὲν θὰ ἠγόραζον τὴν ἐφημερίδα καὶ ἂς κρατήσῃ ὁ κύριος διευθυντὴς τὰς ἐπιστροφὰς τῶν φύλλων, διὰ νὰ τυλίγῃ τὸ προσφάγι του ἢ διὰ νὰ ψήνῃ ρέγγες!

 —Ἀκοῦς, Ἀλέξανδρε, ἐπέφερε μὲ βεβιασμένον πως γέλωτα, ἀκοῦς τὰ ἀπειλητικὰ αἰτήματα τοῦ ἀναγνωστικοῦ συνδικάτου; Κακὴν δημοκρατίαν τοὺς ἐδιδάξαμεν, φίλτατε, ἀλλὰ παρέλκει τώρα πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν πολιτευμάτων. Λοιπόν, ἔχομεν τέσσαρας ἡμέρας ἕως τὰ Φῶτα, φρόντισε, Ἀλέξανδρε τὴν Παραμονὴν τὸ πρωΐ, νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸ διήγημα.

—Μόνον ἂν ἐπήγαινα στὴν Σκιάθον, ὑπέλαβεν ὁ Παπαδιαμάντης, θὰ

ἠμποροῦσα, ἴσως, νὰ τὸ γράψω.

—Λοιπόν, τί περιμένεις; ἐβρυχήθη ὁ Γαβριηλίδης. Ναυλώνω πλοῖον καὶ ἀποπλέεις εἰς τρεῖς ὥρας, μόλις φθάσῃς στρώνεσαι στὸ γράψιμον, οὔτε κεφάλι θὰ σηκώσῃς, Ἀλέξανδρε, οὔτε νερὸ θὰ πιῇς, οὔτε λέξιν θὰ ἀπευθύνῃς εἰς ἄλλον καὶ τὴν Παραμονὴν τηλεγραφεῖς τὸ διήγημα.

—Ἀλλὰ ἐνδέχεται λόγῳ τοῦ καιροῦ νὰ μὴ λειτουργᾷ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμή, εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος.

—Τότε πλέεις εἰς Χαλκίδα καὶ τηλεγραφεῖς ἐκεῖθεν, καὶ δὲν ἀναχωρεῖς εἰς τρεῖς ὥρας, ἀλλὰ τώρα ἀμέσως, καὶ λάβε τὸ ἥμισυ τῆς ἀμοιβῆς, εἶπεν ἐν ἐξάψει ὁ Γαβριηλίδης καὶ τοῦ ἐνεχείρισε φάκελον.

********

Ἀνάρπαστοι κατέβησαν εἰς Πειραιᾶ, ὁ Γαβριηλίδης ἐναύλωσε ταχύπλουν, ὁ Παπαδιαμάντης ἐπεβιβάσθη, καὶ τὸ σκάφος ἀπέπλευσεν. Ἐκ πείσματος τοῦ πλοιάρχου δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν Εὐβοϊκόν, τοῦ ὁποίου ὁ διάπλους εἶναι καταφανῶς ὀλιγότερον τρικυμιώδης ἀπὸ τὴν θαλασσίαν ὁδόν, τὴν διὰ τοῦ Αἰγαίου. Ἀνελπίστως ἐπέρασαν τὰ ἐπικίνδυνα τοῦ Καφηρέως ἄνευ ἰσχυρῶν κλυδωνισμῶν, ἀργότερα ὅμως ὁ καιρὸς ἤρχισε νὰ

χειροτερεύῃ καὶ ὅταν πλέον προσήγγιζαν εἰς τὴν Σκύρον, ἦτο ξίδι μοναχό, θάλασσα κιαμέτ!

Ὁ καπετάνιος ἠγκυροβόλησε στὲς Τρεῖς Μποῦκες, τὸν ἀσφαλέστατον λιμένα τῆς νήσου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν πρόκειται «νὰ σηκώσῃ ἄγκυραν, ἂν δὲν ξανοίξῃ». Εἰς μάτην διεμαρτυρήθη ὁ Παπαδιαμάντης, λέγων ὅτι τὸ πλοῖον εἶχεν ἁδρῶς ναυλωθῆ καὶ ὁ πλοίαρχος ὤφειλε νὰ κάμῃ νόμο-τρόπο, ὥστε αὔριον, τὸ βραδύτερον, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Σκιάθον. Ἐκεῖνος ἀντέτεινεν ὅτι καμμία ναύλωσις δὲν εἶναι ὑπερτέρα τῆς σωτηρίας τοῦ σκάφους, καὶ ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει περιγράψει εἰς διήγημά του ἀβαρίας ἀναγκαίας πρὸς ἀποφυγὴν καταποντισμοῦ σκάφους καὶ ψυχῶν.

********

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκλείσθη εἰς τὸν θαλαμίσκον του. Ἦτο ἡ τετάρτη πρὸ τῆς ἑορτῆς ἡμέρα. Ἐξάπλωσεν εἰς τὴν κουκέταν του καὶ ἐσυλλογίζετο ὅτι, ἂν δὲν «ἔπεφτε ὁ καιρός» ἐκινδύνευε νὰ μὴ γράψῃ τὸ διήγημα καί, τὸ χειρότερον, νὰ χάσῃ τὰς Ὥρας τῶν Θεοφανίων. Ἀλλ᾿ ἂν ἐνέδωσεν εἰς τὴν παράλογον ἀπαίτησιν τοῦ Γαβριηλίδου, τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς Ἀκολουθίας τῶν Ὡρῶν ἐν τῇ προσφιλέστατῃ νήσῳ. Ὄχι, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ὁ Θεὸς νὰ μὴ τὰς συμψάλῃ μὲ τὸν κὺρ Ἀλεξανδρῆν, τὸν ψάλτην τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν!

********

Ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται θέρμην, καὶ μικρὸν ρίγος τὸν διεπέρασεν. Ἐσκεπάσθη καλῶς καὶ ἐσκέπτετο πλέον ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἀναχώρησις δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μηνύσῃ εἰς τὸν ἐξάδελφον Ἀλέκον νὰ μὴ λείψῃ ἐκεῖνος κἂν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον.

Ἀλλ᾿ ἐνεφανίσθη τότε ὅμιλος ἐνοριτῶν καί, κυρίως, ἐνοριτισσῶν τοῦ ναϋδρίου, οἱ ὁποῖοι ἐπρόβαλαν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ ψάλῃ αὐτὸς τὰς Ὥρας. Ἄλλως, ἠπείλουν, θὰ ἐκκλησιάζοντο ἀλλοῦ. Τοὺς ἐνουθέτησε καὶ τοὺς ἐξώρκισε, νὰ μὴ ἐκπειράζωσι Κύριον τὸν Θεόν των, εἰς τὰ θεῖα δὲν χωροῦν ἐκβιασμοί, καὶ πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πάλιν εἰς Ἀθήνας ἄνευ θαύματος;

Ἀπεδείχθησαν ὅμως «ἀγύριστα κεφάλια», καὶ ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ κολασθῶσιν, ἀνέβη εἰς τὸ κατάστρωμα καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν.

********

Συντόνως κολυμβῶν ἔφθασεν αἰσίως εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν ἀνῆλθε διάβροχος εἰς Ἀθήνας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν θαλπερὸν ναΐσκον, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ τριτεξάδελφός του ἡτοιμάζετο νὰ ψάλῃ τὸ ἐξαίσιον καὶ ἀθάνατον Δοξαστικὸν τῆς Ἐνάτης Ὥρας. Θεωρῶν ὅμως, ἄνευ ἐκπλήξεως, εἰσερχόμενον τὸν καταστάζοντα Παπαδιαμάντη τοῦ λέγει φυσικότατα:

—Ἀλέξανδρε, ἰδικόν σου τὸ Δοξαστικόν!

********

Ἠσθάνθη φρικίασιν εὐφροσύνης καὶ ἐξύπνησε καὶ συνῆλθεν ἐκ τοῦ περιπετειώδους ὀνείρου. Ἐνόησε συγχρόνως, ὅτι δὲν θὰ προλάβῃ τὰς Ὥρας τῶν Φώτων.

Ἡ ἀδελφή του Κυρατσούλα, ποὺ εἶχε τὴν ἔγνοιαν του, τὸν ἠρώτησεν, ἐν συνοχῇ καρδίας· «Τί θέλεις, Ἀλέξανδρε;» Ἀφυπνίσθησαν σχεδὸν ἔντρομοι καὶ αἱ ἄλλαι, ὁποὺ ἐλαγοκοιμῶντο εἰς τὴν διπλανὴν κάμαρην.

— «Ἡσυχάσατε!», εἶπε πραέως, «θὰ ψάλω τὸ Δοξαστικόν».

Εἶτα μὲ τρέμουσαν φωνήν, ὡς πτηνὸν ἀποδημητικὸν ἀπερχόμενον εἰς θερμοτέρους οὐρανούς, ἐμινύρισε τὸ πανηγυρικὸν ᾆσμα: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἀψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου... ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά»..

********

Καὶ βλέπων ὅτι ὁ μέγιστος ἐν γεννητοῖς γυναικῶν τὸν ἐπεσκίαζεν ἤδη διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν πτερύγων του, ἔκλινε πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς καρδίας καὶ ἀπέπτη..

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

του Κώστα Βάρναλη

Ο Παπαδιαμάντης με τον τρόπο γραφής και τα αυθεντικά βιώματά του σημάδεψε

αναμφίβολα τη Λογοτεχνία μας και της Εποχή μας.

Τόσο πρωτότυπος και χαριστωμένος, σαγήνευσε τους αναγνώστες του, αλλά και άλλους συναδέλφους Λογοτέχνες, οι οποίοι παρακινήθηκαν (αφού τον ρούφηξαν με το ποτήρι) να γράψουν «Παπαδιαμάντικα» κείμενα.

Αναφέρω μερικούς: Μ. Καραγάτσης, Η. Καραναστάσης, Ν. Λαπαθιώτης, Αλ. Χ. Μαμμόπουλος, Αλφόνς Ντωντέ, Μ.Γ. Παρλαμάς, Ν. Πολίτης, Κ.Δ. Φαφαλιός, Κ. Φραγγούλης και άλλοι.

(πέρασε τόσο ταπεινός, βασανισμένος, θλιμένος και καταφρονεμένος, δεν πλούτισε και δεν δοξάσθηκε επί γης, ωστόσο άφησε τόσο βαθύ και ευεργετικό ίχνος στις ψυχές.. Κανόνας αυτός σταυρικός των γνησίων ανθρώπων του Θεού)..

Μάλιστα, σε μερικά τέτοια κείμενα έβαλαν ως ήρωα ..τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη!

Παραθέτουμε εδω ένα Χριστουγεννιάτικο του Κώστα Βάρναλη. Απολαύστε το:   

 Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους...

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὄτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!

Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.

Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:

- Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).

Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα -πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.

****

Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων
μ
ὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.

Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἴτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των -ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολύρροιβδον κῦμα...

Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου, καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.

****

Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.

Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.

Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γῆς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα -ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.

- Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.


Ἀ
λλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωΐδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενιτευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της.

Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον -ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).

Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην.

Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.

- Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!

Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:

- Ὅρσε, κουβέρνο!

Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει -ὦ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω τῆς ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.

- Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.

Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένην, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντραν, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.

Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!...

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ ... ἐξύπνησε.

****

Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! -ζωὴν νὰ ἔχει!

 

 

O Κώστας Βάρναλης έχει γράψει και άλλα διηγήματα με ύφος "παπαδιαμαντικό", κάνοντας χρήση φράσεων και λέξεων του σπουδαίου αυτού διηγηματογράφου. Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει ως ήρωα τον ίδιο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (κυρ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης!). 

 

Πηγή Υλικού: "Πεζός Λόγος", Εκδόσεις Κέδρος

http://www.romiosini.org.gr/DA3674A2.el.aspx

 

Γλωσσάρι: Όρσε, γκουβέρνο:  Να!! Κυβέρνηση να σου πετύχει..